Οι Μύθοι του Αισώπου

* O sciocatùri c’e rondinèddha


Ο χαρτοπαίκτης
και το χελιδόνι










Αυτή η ιστορία σημαίνει πως τα πράγματα που γίνονται όταν δεν είναι ο καιρός τους, δεν μπορούν να διαρκέσουν.
Ena sciocaturi ìkhe khàsonta olo cio pu vasta sto pefsi, tosso ca tu ìkhe mìnonta manekhò ena mài, ce ma cio sciopànnato atti’ fsikra. Mian emera ide mian rondineddha pu ìkhe stàsonta poddhì amprima.

Ένας χαρτοπαίκτης είχε χάσει όλα του τα υπάρχοντα στο παιχνίδι, τόσο που του είχε μείνει μόνο ένα ρούχο, με το οποίο προφυλασσόταν από το κρύο. Μια μέρα είδε ένα χελιδόνι που είχε έρθει πολύ νωρίς.

Ce jatì en ìkhe pleo sordu na pefsi, ipe: “Na, èstase to caloceri! Telo na puliso puru utto mài.” To pùlise ce presta èkhase puru cittus sordu.

Και επειδή δεν είχε πια χρήματα για να παίξει, είπε: «Νά ’το, ήρθε το καλοκαίρι! Θα πουλήσω κι αυτό το ρούχο». Το πούλησε και αμέσως έχασε και εκείνα τα χρήματα.

Poi eghiùrise e fsikhra ce o sciocaturi, pu tràmasse, ide ancora cisi ròndine, pu ìstiche ce ìpie apode ja ti' fsikra. Allora ipe: “Na se catarrèfsi o Teò, ròndine! Jatì ècame cacò es esena ce es emena sto stesso cerò”.Ύστερα γύρισε το κρύο, κι ο χαρτοπαίκτης, που έτρεμε, είδε πάλι το ίδιο χελιδόνι, που έφευγε μακριά απ’ το κρύο. Τότε είπε: «Ο Θεός να σε τιμωρήσει, ω χελιδόνι! Γιατί έκανες κακό και σε σένα και σε μένα την ίδια στιγμή».