Οι Μύθοι του Αισώπου

* O scìddho ce o gàdaro


Ο σκύλος
ο γάιδαρος
και ο αφέντης








Ο μύθος αυτός μας διδάσκει πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να προσπαθεί να κάνει πράγματα που είναι αντίθετα στη φύση του.
O sciddhò èpeze m’o' padruna ce o padruna t’òcanne musciulèddhe. O gàdaro, donta tuo, encìgnase na clafsi ce ponìato poddhì atti' sòrta-tu.Ο σκύλος έπαιζε με τον αφέντη του και εκείνος τον χάιδευε. Ο γάιδαρος, βλέποντάς το, άρχισε να κλαίει και να παραπονιέται για τη μοίρα του.

Tu fènato pu en ìane tarteo ca u sciddhù oli tu telùsane calò, èddre sti' tavvla m’o' padruna m’olo ca en ècanne mai tìpoti oli tin emera, ce cio vasta panta to vardeddhì, to pelecùsane ce to misùsane oli.

Του φαινόταν άδικο που όλοι αγαπούσαν τον σκύλο, που έτρωγε στο τραπέζι με τον αφέντη του χωρίς να κάνει τίποτα όλη μέρα, ενώ αυτός κουβαλούσε πάντα φορτία, τον χτυπούσαν και τον μισούσαν.

Donta ca m’e’ musciulèddhe o sciddho ìkhe tin agapi tu patrùna, tèlise na culusisi puru cio citti' tenni, pu tu fènato tosso calì posso lèggia.

Παρατηρώντας πως με τα χαϊδέματα ο σκύλος κέρδιζε την αγάπη του αφέντη, θέλησε κι εκείνος να μάθει αυτή την τέχνη, που του φαινόταν τόσο εύκολη και προσοδοφόρα.

Allora motti ghiùrise o padruna essu, tèlise na tentefsi ti' sorta ce na dì a’ t’òrcato calà: tu pirte ambrò, egherti na ton mbrazosi, ma t’òdiche mia' lattèa apà sto còccalo. O padruna ncìganse na fonasi, ce ìrtane e criàti pu to copanìsase calà cala.Έτσι, όταν ο αφέντης γύρισε στο σπίτι, δοκίμασε την τύχη του: πήγε προς το μέρος του, σηκώθηκε στα πίσω πόδια για να τον αγκαλιάσει, αλλά του έδωσε μια κλοτσιά στο κεφάλι. Ο αφέντης άρχισε να φωνάζει και οι υπηρέτες ήρθαν και τον χτύπησαν γερά.